Η μέρα της εορτής του Αγίου Γεωργίου ήταν πάντα μέρα χαρά στο σπίτι μας, όχι μόνο γιατί είχαμε Γιώργηδες στην οικογένεια, οπότε όλο και σε κάποια οικογενειακή μάζωξη θα πηγαίναμε, αλλά κι επειδή ήταν σαν μια μικρή υπενθύμιση ότι το καλοκαίρι ήταν πλέον μια ανάσα.
Την παραμονή το απόγευμα, κινούσαμε για το ξωκλήσι του χωριού, στο οποίο οι γυναίκες μαζεύονταν από νωρίς για να στολίσουν με λουλούδια την εικόνα του Αγίου, να καθαρίσουν την μικρή εκκλησία και τον αυλόγυρό της και να ανάψουν τα καντήλια. Όταν ξεκινούσε ο εσπερινός ήταν σαν να μεταφερόσουν σε μια άλλη εποχή, σαν αυτή που διηγούταν ο Παπαδιαμάντης στα έργα του. Ο ιερέας, ο ψάλτης, ένα αγόρι που είχε αναλάβει το έργο να βαράει την μικρή καμπάνα και το φως της ημέρας που σιγά σιγά έφευγε. Ακολουθούσε συνήθως αρτοκλασία και λίγο πριν τη Δύση του ηλίου επιστρέφαμε στο σπίτι.
Την επόμενο πρωί, πηγαίναμε πάλι στη λειτουργία πρωί πρωί καθώς έπρεπε να δώσουμε στον παπά το πρόσφορο, για τον Γιώργη που γιόρταζε. Μετά το πέρας την λειτουργίας, γυναίκες από τα γειτονικά σπίτια είχαν ετοιμάσει λογιών λογιών εδέσματα για να τρατάρουν τους πιστούς. Εκεί λοιπόν, σε ένα μικρό περίβολο, στη μέση του πουθενά, στηνόταν ένα μικρό πανηγύρι, από το τίποτα.
Τα χρόνια πέρασαν, φύγαμε από το χωριό και όταν η εορτή δεν έπεφτε τη Δευτέρα του Πάσχα, αλλά εργάσιμη, εκκλησιασμός δεν υπήρχε.
Δεν ξέρω τι αναπολώ πιο πολύ από εκείνη την περίοδο. Την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας; Την χαρά που έπαιρναν οι άνθρωποι από τα λίγα, όχι και τόσα χρόνια πίσω; Τους φίλους με τους οποίους πλέον δεν βρισκόμαστε; Τους μεγαλύτερους, οι οποίοι έχουν σχεδόν όλοι φύγει;
Ζούμε στην εποχή της κίνησης, της εγρήγορσης, του άγχους, του ανικανοποίητου, της συνεχούς προσπάθειας να αποδείξουμε στους άλλους, πως κάτι είμαστε, κυρίως μέσω των social. Άνθρωποι με πτυχία ή μη, με χρήματα ή μη, πετυχημένοι ή μη, όλοι προσπαθούμε μονίμως κάτι να αποδείξουμε, σε ανθρώπους που πιθανότατα δεν ενδιαφέρονται, παρά ελάχιστα, για το τι κάνουμε. Πώς μέσα σε τόσο λίγα χρόνια χάσαμε αυτή την πηγαία χαρά, την ανθρώπινη επαφή, την ουσία των πραγμάτων; Πώς ενώ ο κόσμος προχωράει με ταχύτατους ρυθμούς σε όλους τους τομείς, η τεχνολογία και η επιστήμη κάνουν θαύματα και διευκολύνουν τη ζωή μας, ταυτόχρονα ζούμε την πιο αποξενωμένη εποχή στην ανθρώπινη ιστορία; Άνθρωποι μόνοι ή μ’ έναν στενό πυρήνα, φοβισμένοι, χωρίς όραμα, χωρίς όνειρα, απογοητευμένοι, απλά να πηγαινοέρχονται στις δουλείες τους καθώς η ζωή κυλάει.
Δεν ωφελεί η προσκόλληση στο παρελθόν, ούτε η ωραιοποίησή του. Όμως κάποιες φορές η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, χωρίς απαραιτήτως να πρέπει να αποφασίσουμε πότε ζούσαμε καλύτερα. Ίσως αυτό που ωφελεί είναι συνειδητοποίηση της μεταβλητότητας της ζωής με τα καλά και τα κακά που φέρει μαζί της, και η ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό που έχουμε, είναι το τώρα, η χαρά που είχαμε την τύχη να δημιουργήσουμε όμορφες αναμνήσεις στο παρελθόν και η πίστη ότι θα χτίσουμε αντίστοιχες ή πιο όμορφες στο μέλλον.
Χρόνια πολλά στις Γεωργίες και στους Γιώργηδες.