Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, η Καθαρά Δευτέρα ήταν πάντοτε μέρα χαράς. Ίσως γιατί είναι από εκείνες τις ελάχιστες περιπτώσεις, μέσα στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο, που σημαίνουν ταυτόχρονα το τέλος και την αρχή μιας περιόδου.
Η Καθαρά Δευτέρα ήταν το αποκορύφωμα μιας μακράς περιόδου ευθυμίας, που ξεκινούσε με το άνοιγμα του Τριωδίου και στη διάρκεια της οποίας πραγματοποιούνταν γλέντια, μασκαρέματα, πάρτι σχολικά, χοροεσπερίδες (ναι μιλάμε για τη δεκαετία του ’90), το κάψιμο του καρνάβαλου στην πλατεία του χωριού και τόσα άλλα. Πέραν όμως του εύθυμου κλίματος, ήταν και μια εποχή προετοιμασίας για την Σαρακοστή που θα ακολουθούσε, κι ενθύμησης όσων είχαν φύγει. Φυσικά και ως παιδιά δεν καταλαβαίναμε ακριβώς όλα αυτά που συνήθιζαν να κάνουν, κυρίως οι παππούδες, αλλά τα παρακολουθούσαμε κι όποτε υπήρχε ανάγκη βοηθούσαμε.
Από την άλλη, ήταν η έναρξη της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που θα οδηγούσε στο Πάσχα. Άπαξ κι ερχόταν η Καθαρά Δευτέρα, το Πάσχα ήταν πλέον μια ανάσα.
Και στις δυο περιπτώσεις, στο παιδικό μυαλό οι συνειρμοί που δημιουργούσε η μέρα, ήταν θετικοί. Είτε Απόκριες είτε Πάσχα, εμείς θα περνούσαμε καλά και θα χάναμε σχολείο. Λίγο αργότερα θα άλλαζαν κάπως τα πράγματα, όταν ως ενήλικες πρώτα θα έπρεπε να σκεφτούμε τον ΕΝΦΙΑ και τη λοιπή φορολογία και μετά την ξεκούραση ή την ηρεμία.
Πάντοτε βέβαια, εκείνη την ημέρα, υπήρχε μια δυσεπίλυτη εξίσωση. Το πέταγμα του χαρταετού. Κάθε χρονιά, προσπαθούσαμε να φέρουμε εις πέρας αυτή την αποστολή και κάθε χρονιά η ίδια αποτυχία. Αρκετές φορές, βέβαια, δεν βοηθούσε κι ο καιρός. Βροχή, αέρας και τα πράγματα δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο. Θυμάμαι τη μία και μοναδική χρονιά που τελικώς τα καταφέραμε. Είχαμε βρει το σποτ μας από την προηγούμενη -δεν είχαμε δυσκολευτεί και ιδιαίτερα, η αλάνα δίπλα στο σπίτι ήταν- και από το πρωί είχαμε βάλει τα δυνατά μας για να σηκωθεί. Μάλλον οι συμβουλές των μεγαλύτερων γειτόνων, που βγήκαν να δουν τι φασαρία γίνεται πάλι, ήταν καταλυτικές στην επίτευξη του στόχου. Η χαρά ήταν απερίγραπτη. Θα μπορούσαμε την επόμενη μέρα στο σχολείο, για πρώτη φόρα, να έχουμε κι εμείς κάτι να αφηγηθούμε.
Στα χωριά, βέβαια, συμβαίνει κάτι μαγικό. Στο δικό μας τουλάχιστον συνέβαινε. Χαρταετό μπορούσες να πετάξεις και την επόμενη και την μεθεπόμενη. Γιατί ποιος σε εμπόδιζε; Οπότε, συχνά πυκνά την Καθαρή βδομάδα, έβγαινες το απόγευμα στο μπαλκόνι και καθώς σήκωνες το βλέμμα σου στον ουρανό, έβλεπες το χάρτινο πουλί να πετά.
Η παράδοση θέλει το πέταγμα του χαρταετού να συμβολίζει την ανάταση της ψυχής, στη δύσκολη πορεία της, προς το Πάσχα. Ταυτόχρονα βέβαια μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι ένα απλό κομμάτι χαρτί ή πανί, μπορεί να μας γεμίσει χαρά. «Από ‘να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος», όπως έγραφε ο Ελύτης. Αυτό το τίποτα, που γίνεται Παράδεισος, για τα παιδιά είναι εύκολο και εμφανίζεται αβίαστα. Για εμάς πάλι, που μεγαλώσαμε -λίγο- και η χαρά, πρέπει να συνοδεύεται από καμιά δεκαριά ακόμα προϋποθέσεις, είναι πιο δύσκολα τα πράγματα.
Στο ίδιο δωρικό πνεύμα ο Καζαντάκης έλεγε ότι «Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο -ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο.»
Λιτοδίαιτους δεν μας λες, μαγκαλάκι δεν έχουμε, αλλά ένα κρασί κι ένα κάστανο κάπου θα τα βρούμε…
Δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς. Η αισιοδοξία είναι μονόδρομος. Τα παιδιά, οι ποιητές και οι συγγραφείς μας δείχνουν τον δρόμο. Τον δρόμο προς την ουσία που χάσαμε, κάπου μεταξύ παιδικής ηλικίας και ενηλικότητας. Μεταξύ χαρταετού και ΕΝΦΙΑ.
Καλή Σαρακοστή!!