Καμιά φορά χαζεύοντας στο tik tok, μέσα στις χιλιάδες σαχλαμάρες, πέφτω πάνω σε σελίδες που χωρίς ιδιαίτερα φίλτρα, άψογη εικόνα ή “επαγγελματισμό” προβάλλουν ένα πιο ανεπιτήδευτο, ανεπεξέργαστο κι ίσως όχι τόσο φροντισμένο, για το μάτι του μέσου χρήστη, περιεχόμενο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί οι συγκεκριμένοι χρήστες δεν έχουν την πρόθεση να εντυπωσιάσουν ή να πάρουν like και ακολούθους, παρά να δείξουν μ’ έναν δικό τους τρόπο την αλήθεια τους. Πρόκειται κυρίως για ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας ή σχετικά νέους που ζουν ή έχουν επιστρέψει στην επαρχία και δραστηριοποιούνται εκεί με κάθε τρόπο.
Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι πέραν του ότι γνωρίζεις συνήθειες τόπων ή θυμάσαι άλλες που πλέον έχουν εκλείψει, συνήθως βρίσκεσαι μπροστά σε κάτι ωραίους τύπους που χαίρονται με την καρδία τους γι’ αυτό που παρουσιάζουν. Δεν θα δεις ποτέ καμία από τις λεζάντες που χρησιμοποιούν οι influencers (γελάω ειλικρινά με τον όρο) ούτε θα διαβάσεις πουθενά για comfort food ή smash burger ή tartar και όλα τα κακά της μοίρας μας. Φυσικά, φυσικότατα, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, θα σταθώ, κυρίως, σε περιεχόμενο που αφορά παραδοσιακά φαγητά ή συνήθειες της υπαίθρου.
Τις τελευταίες μέρες και καθώς διανύουμε ήδη την τρίτη βδομάδα του Τριωδίου, πέφτω συχνά πυκνά πάνω σε παραδοσιακές συνταγές της περιόδου. Παστό, παραδοσιακά λουκάνικα, πίτες και φυσικά οματιές. Για όσους έχουμε μεγαλώσει στην Πελοπόννησο το έδεσμα είναι γνωστό. Οι υπόλοιποι, απλά χάνετε.
Δεν ξέρω πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έφαγα τελευταία φορά. Πολύ φοβάμαι ότι μπορεί να είναι δεκαετίες. Κάθε φορά όμως που βλέπω μαγειρεμένο το συγκεκριμένο φαγητό, γυρίζω αυτομάτως πίσω στη δεκαετία του ’90. Τότε που οι Απόκριες είχαν άλλη σημασία. Ίσως γιατί ήμασταν ακόμη παιδιά, χωρίς προβληματισμούς. Ίσως γιατί το μόνο που μας απασχολούσε ήταν τι ώρα θα βρεθούμε το βραδύ, μασκαρεμένοι, να γυρίσουμε από σπίτι σε σπίτι προκαλώντας το γέλιο όσων μας άνοιγαν τις πόρτες τους και έχοντας αγωνία για το αν θα μας αναγνωρίσουν. Ίσως γιατί τότε, ήταν ακόμη όλοι παρόντες.
Θυμάμαι λοιπόν, να γυρίζω από το σχολείο -ναι με οματιές μεγαλώσαμε, όχι με brownies από ρεβίθι, να μας συμπαθάτε- και η μαμά να μου λέει πως η γιαγιά ή κάποιος γείτονας είχαν φτιάξει και μας είχαν φέρει να δοκιμάσουμε. Αυτή η αυτονόητη κίνηση, το νοιάξιμο για τον διπλανό, από τα πιο απλά μέχρι να πιο δύσκολα, σφράγισε τα παιδιά μας χρόνια και μας καθόρισε ως ανθρώπους. Ως ανθρώπους που πρέπει πάντα να έχουν κατά νου τον “άλλο”. Που καλό είναι να μην σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους.
Λένε πώς το φαγητό είναι μνήμη κι έχουν δίκιο. Ακόμα και μια μυρωδιά μπορεί να σε γυρίσει δεκαετίες πίσω. Δεν είναι τόσο η ανάγκη της επίγευσης ή το κορεσμού -αυτά είναι τα εύκολα- όσο η ανάγκη της συνύπαρξης. Η ανάγκη να δεις ανθρώπους που έχεις χρόνια να συναντήσεις ή δεν θα ξανασυναντήσεις, να κάτσεις να κουβεντιάσεις, να γελάσεις, να μοιραστείς την στιγμή. Η ανάγκη να ξαναγυρίσεις σε έναν κόσμο πιο ευχάριστο, πιο φιλικό, με πιο αργούς ρυθμούς και λιγότερες απαιτήσεις.
Το παρελθόν όμως, όπως έλεγε κι ένας παλιός φίλος, ανήκει στο παρελθόν Όσο κι αν το νιώθουμε σαν καταφύγιο, η ζωή προχωρά με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Η ζωή δεν περιμένει. Τρέχει. Από την άλλη, οι αναμνήσεις δεν σβήνονται και εμείς είμαστε τυχεροί που μπορούμε να θυμόμαστε, γλυκά, αυτές τις στιγμές και κυρίως που είχαμε τη τύχη να τις ζήσουμε.